5 Απρ 2012

Τι σημαίνει η έννοια της «κλεψιάς» στην παιδική ηλικία;

Το κτητικό ένστικτο ενός παιδιού διαφαίνεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η έννοια «είναι δικό μου» και ο τρόπος με τον οποίο το διεκδικούν δηλώνει μία τάση του παιδιού να το επιλέξει, να το διεκδικήσει και να το κατακτήσει. Όταν ένα παιδί φτάσει μέχρι και τα 7 του χρόνια κι ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει μέσα του τι σημαίνει η έννοια «κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει» τότε πολύ εύκολα και σχεδόν αυτόματα μπαίνει στην διαδικασία να «κλέβει».

Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή από τους ενήλικες, τόσο τους γονείς, όσο κι από τους δασκάλους του, όταν ένα παιδί «κλέβει», αρπάζει κάτι και θέλει να το κάνει μόνο δικό του, το κρύβει για να μην το βρει κανείς, ή σκαρφίζεται κάποια δικαιολογία ώστε να αποφύγει τις συνέπειες.


Είναι λάθος να τιμωρηθεί αν δεν έχει καταλάβει ότι η πράξη του παραβιάζει τους ηθικούς κανόνες. Το σωστό θα είναι να αντιμετωπίζονται ως παιδιά και όχι ως ενήλικες που γνωρίζουν πολύ ξεκάθαρα και συνειδητά το αποτέλεσμα των πράξεων τους. Χρειάζεται εξάσκηση και επανάληψη ώστε το παιδί να αρχίσει να ζητάει την άδεια του γονιού για να χρησιμοποιήσει πράγματα που δεν του ανήκουν.

Αυτές είναι κάποιες βασικές κατευθυντήριες που ωθούν τα παιδιά να οριοθετούν το τί είναι και τί δεν είναι δικό τους και να νιώθουν όμορφα και οικεία σε ότι τους ανήκει (Ματσανιώτης, 2000). Η λογική ικανοποίηση των αιτημάτων ενός παιδιού θα δυναμώσει την συνήθεια να ζητάει εκείνο που θέλει χωρίς να το παίρνει αυθαίρετα επειδή έτσι του άρεσε ή επειδή θέλει να το κατακτήσει χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε κακή συνέπεια (δηλαδή να το μαλώσουν). Από την άλλη, η απόλυτη αυστηρότητα και τα πολλαπλά “όχι” χωρίς την αναγκαία εξήγηση, ωθούν το παιδί να παύει να ζητάει και να παίρνει με το «έτσι θέλω» οτιδήποτε (εφόσον έχει γίνει δεδομένο γι’αυτό ότι οτιδήποτε κι αν ζητήσει, θα του το αρνηθούν).

Η άρνηση και η συνεχής τιμωρία δεν είναι επιθυμητοί τρόποι πειθαρχίας όπου το παιδί θα συνειδητοποιήσει την έννοια της ξένης ιδιοκτησίας και να μπορέσει να μετατρέψει το «ξένο» και το «κλέβω» σε «επιθυμώ» και «δικό μου». Σε ηλικίες προσχολικής φάσης ή και από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού είναι συχνό τα παιδιά να γυρνάνε στο σπίτι από το σχολείο και να έχουν στις τσέπες τους καραμέλες που άρπαξαν από το κυλικείο ή παιχνίδια, γόμες, μολύβια άλλων συμμαθητών τους. Η αντιμετώπιση αυτή χρειάζεται πειθαρχία αλλά και αυστηρότητα ποτέ όμως τιμωρία. Η αποδοκιμασία αυτή του παιδιού χρειάζεται να είναι ξεκάθαρη και ανυποχώρητη, οι δικαιολογίες είναι μία πολύ συχνή άμυνα που χρησιμοποιούν οι γονείς για να μην υποστούν οι ίδιοι τις συνέπειες της διαπαιδαγώγησης τους.

Η υποχώρηση, η ανεκτικότητα και οι ελαφρές δικαιολογίες υποθάλπουν την πράξη της κλοπής. Με απλές εκφράσεις και παραδείγματα θα κατανοήσουν τα παιδιά την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας του ίδιου αλλά και του άλλου και ότι κανένας δεν μπορεί να θίξει ή να αγγίξει ότι ανήκει στον εκάστοτε κάτοχό του. Ό,τι πήρε, θα πρέπει να ξέρει πως θα επιστραφεί άμεσα ζητώντας συγνώμη από τον δικαιούχο του αντικειμένου.

Υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών όπου κατά την σχολική τους περίοδο νιώθουν μειονεκτικά, ανασφαλή και προσπαθούν να δημιουργήσουν φίλους και παρέες μέσω του να δωροδοκήσουν τους πιο δημοφιλείς συμμαθητές τους για να νιώσουν αποδοχή και ότι ανήκουν σε ομάδα. Αυτή την πράξη την κάνουν παιδιά που και τα ίδια έχουν δωροδοκηθεί από τους γονείς τους ώστε να δείχνουν μία καλή συμπεριφορά. Για να βρεθεί το αντικείμενο που θα τους δώσει εκείνο που επιθυμούν είναι να κλέψουν, μ’ αυτό τον τρόπο πιστεύουν ότι θα γίνουν αρεστοί και σημαντικοί. Το κλέψιμο άλλοτε γίνεται ομαδικά όπου ο ένας είναι ο αρχηγός και κατευθύνει.

Σ΄αυτή την περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μία γενικότερη αντικοινωνική συμπεριφορά διότι την πράξη της κλεψιάς ακολουθούν και πράξεις βανδαλισμού ή ακόμα και βία απέναντι σε άλλους ανθρώπους, μόνο και μόνο για να επιτύχουν το σκοπό τους, τον σκοπό που θα τους κάνει σημαντικούς και ικανούς στους «κυρίαρχους άλλους». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις κάθε παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά και ατομικά, σύμφωνα με το οικογενειακό του υπόβαθρο και τις σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας και της κοινωνίας του.

Τι νιώθουν και πως αντιδρούν οι γονείς όταν το παιδί τους «κλέβει»;


Οι περισσότεροι από τους γονείς θεωρούν ότι είναι ένα βαρύ παράπτωμα η κλεψιά. Αρκετοί νιώθουν ντροπή διότι αυτό μπορεί να είναι «έξω» από τις νόρμες και την ηθική της οικογένειας τους. Το παιδί τιμωρείται αρκετά γ’ αυτό, κρυφά όμως από την υπόλοιπη ευρεία οικογένεια (όπως γιαγιάδες, θείους, ξαδέρφια). Προσπαθούν να το κρύψουν γερά, να μην διαρρεύσει τίποτα…!
Η πράξη της “κλεψιάς” θα πρέπει να παρατηρείται πολύ προσεκτικά από τους εμπλεκόμενους φορείς γιατί πίσω από αυτή τους την πράξη ενδεχομένως να υποβόσκει μελλοντικά ένας ενήλικας εγκληματίας, βίαιος, αντικοινωνικά υπαρκτός, ένας άνθρωπος που θα καταστρέφει την ίδια του την ζωή με τις επιλογές του αλλά και των υπολοίπων. Έτσι λοιπόν όταν επικρατεί αυτή η σκέψη αρκετοί γονείς για να προλάβουν να την εξαλείψουν προβαίνουν σε αυστηρά μέτρα διαπαιδαγώγησης και τιμωρίας.

Οι αιτίες που ένα παιδί «κλέβει» είναι γιατί θέλει να ικανοποιήσει το ανίσχυρο Εγώ του όπως θα υποστήριζαν κάποιοι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές. Τα παιδιά πολύ εύκολα περνούν από την διαδικασία να ξεχνούν τι τους ανήκει οπόταν και «αρπάζουν» πολύ εύκολα εκείνο που δεν είναι δικό τους, σκεπτόμενοι ότι έτσι θα νιώσουν μία οικειότητα και θα θελήσουν να το κρατήσουν.

Τα παιδιά δεν σκέφτονται –και ίσως να μην χρειάζεται κιόλας- ως ενήλικες και οι ψυχοσυναισθηματικές βαθμίδες τους είναι τελείως διαφορετικές από εκείνων των ενηλίκων. Η σκέψη και το συναίσθημα τους είναι αλλιώτικο και γι’αυτό και μόνο το λόγο θα πρέπει να ενσκύπτουμε με επιμονή. Δηλαδή, άλλη ερμηνεία θα δίναμε για ένα παιδί που «κλέβει» και μία άλλη για ένα νεαρό ενήλικα. Οι επιθυμίες των παιδιών είναι μεγάλες και η παρορμητικότητα τους υπερέχει από την λογική σκέψη.

Η παιδική αυτοκυριαρχία είναι μικρότερη από εκείνη του ενήλικα, όπως επίσης και η οριοθέτηση του εαυτού. Ας αναφερθούμε σε κάποιο κοινό παράδειγμα:

Ο μικρός Νίκος «κλέβει» από το πορτοφόλι της μητέρας του χρήματα αγοράζει γλυκίσματα και παιχνίδια όπου μετά τα μοιράζει στους φίλους του. Οι τιμωρίες που υιοθετούν οι γονείς προς τον Νίκο δεν έχουν επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα. Η ερμηνεία του Παιδοψυχολόγου είναι ότι ο Ν. είναι ένας «κακός» μαθητής που δυσκολεύεται, οι αποδόσεις του στα μαθήματα τον καθιστούν σε πολύ χαμηλή θέση στην τάξη. Ζώντας σ’ ένα περιβάλλον όπου τον καλομαθαίνουν, αισθάνεται ανήμπορος που στο σχολείο δεν μπορεί να κρατήσει τον πρωταρχικό του ρόλο και θέση που καταφέρνει επάξια στο σπίτι.

Η ψυχοθεραπεία για τα παιδιά που «κλέβουν» χρειάζεται διακριτικότητα και πολύ λεπτούς χειρισμούς από τους ειδικούς. Χρειάζεται συνεργασία του ενήλικα με το παιδί το οποίο για να ωθείται σε τέτοιες πράξεις βρίσκεται σε μία δύσκολη εσωτερική αντίθεση προς τον εαυτό του και τους γύρω του. Στην θέση του παιδικού φόβου και του αισθήματος κατωτερότητας πρέπει να πάρει θέση η ασφάλεια, η οικειότητα και η εμπιστοσύνη. Αυτό επιτυγχάνεται μ’ ένα ειδικευμένο παιδοψυχολόγο ή Παιδαγωγό και κυρίως με την κατάλληλη και σταθερή συνεργασία των γονέων.

Οι λόγοι που οδηγούν τα παιδιά να «κλέβουν»:

• Για να τραβήξουν την προσοχή των άλλων όπως των γονιών, αν εκείνοι είναι υπερβολικά απασχολημένοι.
• Ως αντιστάθμισμα στην έλλειψη αγάπης ή προσοχής, όπως αν οι γονείς είναι αυστηροί.
• Επειδή το κάνουν και οι άλλοι συνομήλικοι, επιδιώκοντας έτσι να κερδίσουν τον θαυμασμό της παρέας τους.
• Από διάθεση για περιπέτεια ή από απερισκεψία, εφόσον επιθυμούν να αποκτήσουν όλο και περισσότερα από τα αγαθά με τα οποία τους βομβαρδίζει η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.
• Σπανιότατα υπάρχουν παιδιά με εγκεφαλικές βλάβες ή με ψυχογενή τάση για κλέψιμο.

Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς:

• Όταν αντιληφθούν ότι το παιδί τους έκλεψε, καλό είναι να του εξηγήσουν ήρεμα ότι δεν αφαιρούμε κάτι από τους άλλους χωρίς πρώτα να τους ρωτήσουμε, αποφεύγοντας να δώσουν συνέχεια ή έμφαση.
• Αν το χειριστούν σωστά, η πιθανότητα να ξαναπροσπαθήσει να κλέψει είναι μικρή.
• Το παιδί, ιδίως στην προσχολική ηλικία, δεν καταλαβαίνει επαρκώς την διάκριση του «έχω» και του «δεν έχω».
• Αν επανειλλημένα το παιδί καταφεύγει σε αυτή την πράξη, είναι απαραίτητο να αναλογιστούν για ποιο λόγο το κάνει και ενδεχομένως τι μήνυμα θέλει να τους περάσει.
• Είναι σημαντικό να βελτιώσουν την επαφή τους με το παιδί.
• Να του δείξουν εμπιστοσύνη.
• Να του μάθουν τρόπους αυτοελέγχου.
• Να του αναθέσουν πρωτοβουλίες και έτσι να ενισχύσουν την εικόνα που έχει για τον εαυτό του.
•Στα μεγαλύτερα παιδιά, με την κλοπή σχετίζεται και το χαρτζιλίκι, σε τι ύψος και με ποιες προϋποθέσεις δίνεται.

Τι πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγουν:

• Να το απειλούν.
• Να το υποτιμούν ή να το προσβάλουν.
• Να το επικρίνουν μπροστά σε τρίτα πρόσωπα (παιδιά ή ενήλικες)
• Να του υιοθετούν την ταμπέλα του «κλέφτη».
• Να το αναγκάζουν με την αυστηρότητα τους να τους λέει ψέματα προκειμένου να κρυφτεί. Μία τέτοια εσφαλμένη αντιμετώπιση ενδέχεται να γίνει η αφορμή για επανάληψη αυτής της συμπεριφοράς. (Καππάτου 1999)

Τέλος, βεβαιωθείτε ότι το παιδί σας έχει συνειδητοποιήσει τι σημαίνει “κλέβω” και έχει καταλάβει τις συνέπειες μιας τέτοιας πράξης. Θυμηθείτε όλα τα “πρέπει” και τα “μη” των πιο πάνω σημείων και να σκέφτεστε πάντα πως το παιδί δεν είναι ενήλικας! Θα βοηθηθεί μόνο εφόσον το χειριστούμε σαν ένα παιδί που περνάει μια διαταραγμένη φάση. Με ένα λεπτό χειρισμό, με υπομονή, επιμονή και φυσικά αγάπη είμαι σίγουρη πως η επιθυμία του για κλοπή θα αρχίσει να εξασθενεί μέχρι να εξαφανιστεί. Στη περίπτωση που πιστέψουμε ότι το παιδί έχει ξεφυγεί οριστικά δεν θα πρέπει να επαναπαυτούμε δεδομένου ότι παρόμοια σημάδια μιας τέτοιας πράξης ενδεχομένως να εμφανιστούν στο μέλλον.

Η γνώμη σας:
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...